Τετάρτη, 6 Ιανουαρίου 2016

Περί της ακμής και της …παρακμής των ιδιαίτερων φροντιστηρίων

Του Νίκου Τσούλια
      Ξεκίνησε ως ένα εκπαιδευτικό πρόβλημα. Εξελίχτηκε σαν μια ξεχωριστή εκπαιδευτική φροντίδα των γονέων προς τα παιδιά τους. Γενικεύτηκε σαν έκφραση οικογενειακής αγάπης για τη μόρφωση της νέας γενιάς. Ερμηνεύτηκε σαν ένα εκπαιδευτικό πρόβλημα που απορρέει από τις αδυναμίες του θεσμικού εκπαιδευτικού μας συστήματος. Τώρα έχει πλέον μετασχηματιστεί˙ έχει γίνει κοινωνικό φαινόμενο και μάλλον κοινωνικό πρόβλημα. Πρόκειται για μια συλλογική ψύχωση της ελληνικής κοινωνίας που συνδέεται φαινομενικά με τη διαμόρφωση της εκπαιδευτικής αποσκευής των νέων αλλά κατ’ ουσίαν με τη μεταβίβαση πρωτίστως άμετρων ονείρων και προσδοκιών των γονέων προς τα παιδιά τους.
      Ξεκίνησε αθώα. Ήταν ένα ενδο-οικογενειακό ζήτημα, μια χωριστή κίνηση αγάπης και προσφοράς στο διάβασμα του παιδιού. Τα μεγάλα παιδιά στα παλιά χρόνια – και για το Δημοτικό σχολείο – μάθαιναν τα αδέλφια τους να διαβάζουν και τους εξηγούσαν τα δύσκολα μαθήματα. Αυτά στις αγροτικές κυρίως περιοχές, όπου οι γονείς ήταν βουτηγμένοι μέσα στη σκληρή δουλειά των χωραφιών. Στα αστικά κέντρα τη δουλειά αυτή την έκαναν περισσότερο οι γονείς που είχαν και την ανάλογη προπαίδεια.
      Τώρα τα ιδιαίτερα φροντιστήρια έχουν γίνει θεσμός˙ όποιος έχει οικονομική δύναμη τα παρέχει στα παιδιά του ως ένδειξη απώτατης ενίσχυσης για την εκπαιδευτική διαδρομή τους. Και όχι μόνο αυτό. Οι γονείς έχουν αντικαταστήσει το μέγιστο καθήκον της διαπαιδαγώγησης των παιδιών τους με την οικονομική και μόνο ενίσχυσής τους για το φροντιστήριο. Τώρα τα ιδιαίτερα φροντιστήρια έχουν γίνει ένα εκτεταμένο εμπόριο, ένα εμπόριο παράνομο και συχνά εμπόριο συναλλαγής. Και ενώ στερεύουν οι ικμάδες της οικονομίας της ελληνικής οικογένειας, τα «ιδιαίτερα μαθήματα» θα είναι τα τελευταία απομεινάρια της προ κρίσης εποχής.
      Το όλο «φαινόμενο» το ασκούν διορισμένοι εκπαιδευτικοί, αδιόριστοι εκπαιδευτικοί, φοιτητές των σχετικών σχολών, επαγγελματίες φροντιστές. Όλοι παράνομα. Οι διορισμένοι εκπαιδευτικοί είναι δύο φορές παράνομοι, πρώτον γιατί απαγορεύεται από το νόμο να ασκούν αυτό το έργο και δεύτερον γιατί δεν κόβουν (δεν μπορούν να κόψουν θα ισχυριστούν μερικοί κυνικοί) αποδείξεις. Οι διορισμένοι εκπαιδευτικοί δεν είναι μόνο παράνομοι, είναι και πρόξενοι συναλλαγής και εξαχρείωσης, γιατί σε αρκετές περιπτώσεις κάνουν ιδιαίτερα μαθήματα ακόμα και σε μαθητές του σχολείου τους.
      Καμιά κίνηση οικονομική και ροή χρήματος των ιδιαίτερων φροντιστηρίων δεν φαίνεται πουθενά, παρά το γεγονός ότι πολλά σπίτια και διαμερίσματα «ησυχάζουν» λόγω των ιερής τέλεσής τους! Γίνονται ακόμα και στις οικογένειες υπουργών, βουλευτών, ανθρώπων της κρατικής μηχανής και όλων όσων νομοθετούν και μεριμνούν για την τήρηση της νομιμότητας. Όποιος μπορεί από οικονομικής άποψης, κάνει ιδιαίτερα μαθήματα στα παιδιά του. Αυτή είναι η εικόνα, αυτή είναι η εκπαιδευτική – κοινωνική μας πραγματικότητα. Αυτό είναι το μορφωτικό μας στερέωμα, μια στυγνή σύλληψη της εκπαίδευσης για την κατάκτηση του χρήματος με την ταξική χρήση του χρήματος. Πρόκειται για μια κοινωνία που έχει ηττηθεί στο αξιακό πεδίο και δεν το έχει καταλάβει. Είμαστε μια κοινωνία που έχει ηττηθεί εκεί που επένδυσε τα όνειρά της, στον καταναλωτισμό και στην οικονομική προβολή. Είμαστε μια κοινωνία παρακμής.
Ο τζίρος είναι απίθανα μεγάλος˙ είναι ίσως η μεγαλύτερη πηγή φοροδιαφυγής στη χώρα μας τουλάχιστον όσον αφορά την κοινωνική έκταση του φαινομένου. Σύμφωνα με μια παλαιότερη έρευνα του «Κέντρου Ανάπτυξης Εκπαιδευτικής Πολιτικής» της ΓΣΕΕ τα έξοδα για φροντιστήρια και ιδιαίτερα είναι εξωφρενικά. Οι δαπάνες των νοικοκυριών για μαθήματα στο Γυμνάσιο και το Λύκειο ξεπερνούν το 1,459 δισ. ευρώ. Ενδεικτικά αναφέρουμε στοιχεία από μια ιστοσελίδα ότι σε περιοχές της Αιτωλοακαρνανίας «καθηγητές που εμπλέκονται σε κύκλωμα ιδιαίτερων φροντιστηρίων εμφανίζονται να έχουν στους τραπεζικούς τους λογαριασμούς, καταθέσεις ύψους τουλάχιστον 5.000 ευρώ μηνιαίως και να έχουν σε τράπεζες λογαριασμούς 1,2 εκατομμύρια ευρώ»[1]! Σε μια τόσο μικρή χώρα, όπως η Ελλάδα, δεν μπορούμε δυστυχώς – γιατί προφανώς δεν θέλουμε – να συλλάβουμε τη φοροδιαφυγή, δεν μπορούμε ούτε καν να εφαρμόσουμε το «πόθεν έσχες».
      Οι επιπτώσεις του όλου φαινομένου δυστυχώς δεν έχουν αναλυθεί, γιατί το εν λόγω φαινόμενο θεωρείται ως ακαταμάχητο, ως απολύτως αναγκαίο! «Η παραπαιδεία εμφανίζεται ως ο σωτήρας αλλά στην πραγματικότητα είναι καταστροφέας  της εκπαίδευσης. Μαζί με άλλους παράγοντες, δεν αντιλέγουμε αλλά, καταστροφέας και μάλιστα πανάκριβος. Κι όμως σε περίοδο κρίσης αντί οι γονείς να αυξάνουν τις απαιτήσεις από τον καθηγητή του σχολείου απλά προσπαθούν να ρίξουν τις τιμές του εκγυμναστή»[2].
      Τα ιδιαίτερα φροντιστήρια έχουν στηθεί για το κυνήγι του ονείρου, ενός ονείρου κίβδηλου που εδώ και χρόνια δεν έχει κανένα νόημα, για την επιτυχία στην καλύτερη σχολή, για την απόκτηση του καλύτερου πτυχίου, όπου η έννοια του «καλύτερου» είναι απόλυτα ταυτόσημη με τη συσσώρευση χρήματος. Δεν έχουν να κάνουν με καμιά παιδαγωγική και μορφωτική ανησυχία. Δεν συνδέονται με κανένα μορφωτικό πρόταγμα, με καμιά πνευματική ανησυχία, με καμιά κουλτούρα βιβλιοφιλίας και φιλαναγνωσίας. Είναι όλα προσανατολισμένα μονομερώς στο κυνηγητό της επαγγελματικής και της οικονομικής επιτυχίας, της φενακισμένης και έωλης επιτυχίας.
clip_image001

Share this

0 Comment to "Περί της ακμής και της …παρακμής των ιδιαίτερων φροντιστηρίων"

Δημοσίευση σχολίου